Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Σοφοκλέους Αντιγόνη, στ. 1-10

Σοφοκλέους Αντιγόνη, στ. 1-10

ANTIΓΟNH
῏Ω κοινὸν αὐτάδελφον ᾿Ισμήνης κάρα,
ἆρ' οἶσθ' ὅ τι Ζεὺς τῶν ἀπ' Οἰδίπου κακῶν
ὁποῖον οὐχὶ νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ;
Οὐδὲν γὰρ οὔτ' ἀλγεινὸν οὔτ' ἄτης ἄτερ
οὔτ' αἰσχρὸν οὔτ' ἄτιμόν ἐσθ', ὁποῖον οὐ           5

τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ' ἐγὼ κακῶν.
Καὶ νῦν τί τοῦτ' αὖ φασι πανδήμῳ πόλει
κήρυγμα θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
῎Εχεις τι κεἰσήκουσας; ἤ σε λανθάνει
πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά;  10

ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
κοινόν: λέγεται για πρόσωπα συγγενεύοντα μεταξύ τους, ιδίως για όσους έχουν αδελφική σχέση.
αὐτάδελφον: αυτός που σχετίζεται με κάποιον με αδελφική σχέση.
κάρα: το κεφάλι· περιφραστικά λέγεται για έναν άνθρωπο, Οἰδίπου κάρα, δηλαδή Οἰδίπους.
ἀλγεινόν: δυσάρεστο.
ἄτης (γενική ενικού): όλεθρος, συμφορά.
ἄτερ: χωρίς.
αἰσχρόν: προσβλητικό, επαίσχυντο.
ἄτιμόν: επονείδιστο.
πανδήμῳ πόλει: σε ολόκληρο το σώμα της πόλης.
ἀρτίως: πριν από λίγο.
ἔχεις: εδώ σημαίνει "ξέρω, γνωρίζω".
σε λανθάνει: διαφεύγει την προσοχή σου.
στείχοντα: ότι βαδίζουν, εδώ μεταφορικά "ότι απειλούν".

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
῏Ω κοινὸν αὐτάδελφον ᾿Ισμήνης κάρα,
Αγαπημένη μου αδελφή, Ισμήνη,
ἆρ' οἶσθ'
άραγε ξέρεις
ὅ τι τῶν ἀπ' Οἰδίπου κακῶν
αν υπάρχει καμιά συμφορά που μας κληροδότησε ο Οιδίποδας
ὁποῖον οὐχὶ Ζεὺς  τελεῖ

και να μην την έστειλε ο Δίας
νῷν ἔτι ζώσαιν;
σε εμάς τις δυο που ζούμε ακόμα;
Οὐδὲν γὰρ οὔτ' ἀλγεινὸν οὔτ' ἄτης ἄτερ οὔτ' αἰσχρὸν οὔτ' ἄτιμόν ἐσθ',
Γιατί τίποτε δεν υπάρχει ούτε δυσάρεστο ούτε χωρίς συμφορά ούτε αισχρό ούτε επονείδιστο,
ὁποῖον οὐ τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ' ἐγὼ κακῶν.

που εγώ να μην έχω δει μέσα στα δικά σου και τα δικά μου βάσανα.
Καὶ νῦν τί τοῦτ' αὖ κήρυγμα
Και τώρα τι είναι πάλι αυτή η διαταγή
φασι πανδήμῳ πόλει θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;

που λένε ότι διακήρυξε ο στρατηγός πριν από λίγο σ΄ ολόκληρη την πόλη;
῎Εχεις τι κεἰσήκουσας;
Ξέρεις τίποτε κι έχεις ακούσει;
ἤ σε λανθάνει
Ή διαφεύγει την προσοχή σου
πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά;
ότι τους αγαπημένους μας απειλούν κακά που ταιριάζουν στους εχθρούς;
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
κοινὸν: κλητική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου κοινός, -ή, -όν.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ.
τὸ κοινὸν

τὰ κοινὰ

Γεν.
τοῦ κοινοῦ

τῶν κοινῶν

Δοτ.
τῷ κοινῷ

τοῖς κοινοῖς

Αιτ.
τὸ κοινὸν

τὰ κοινὰ
Κλητ.
(ὦ) κοινὸν

(ὦ) κοινὰ
αὐτάδελφον: κλητική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ, ἡ αὐτάδελφος, τὸ αὐτάδελφον.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. τὸ αὐτάδελφον τὰ αὐτάδελφα
Γεν. τοῦ αὐταδέλφου τῶν αὐταδέλφων
Δοτ.
τῷ αὐταδέλφῳ

τοῖς αὐταδέλφοις
Αιτ. τὸ αὐτάδελφον τὰ αὐτάδελφα
Κλητ. (ὦ) αὐτάδελφον (ὦ) αὐτάδελφα
᾿Ισμήνης: γενική ενικού του πρωτόκλιτου ουσιαστικού ᾿Ισμήνη.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
(βλ. στο τέλος των Γραμματικών Σχολίων) 
Ονομ. ἡ ᾿Ισμήνη

Γεν.
τῆς ᾿Ισμήνης



Δοτ.
τῇ ᾿Ισμήνῃ


Αιτ.
τὴν ᾿Ισμήνην


Κλητ. (ὦ)᾿Ισμήνη
κάρα: κλητική ενικού του τριτόκλιτου ουσιαστικού τὸ κάρα.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. τὸ κάρα τὰ καρήατα
Γεν. τοῦ καρήατος και κάρητος τῶν καρηάτων
Δοτ. τῷ καρήατι και κάρητι τοῖς καρήασι και κάρησι
Αιτ. τὸ κάρα τὰ καρήατα
Κλητ. (ὦ) κάρα (ὦ) καρήατα
ἆρα: ερωτηματικό μόριο, "άραγε".
οἶσθα: β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος οἶδα, "γνωρίζω". 

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ. οἶδα οἶσθα
Παρατ.
ᾔδειν και ᾔδη

ᾔδεις και ᾔδησθα

Μέλ.
εἰδήσω και 
εἴσομαι (μέσος μέλ. ως ενεργητ.)

εἰδήσεις και
εἴσῃ/-ει

Αόρ.
ἔγνων (αόρ. β΄)

ἔγνως

Παρακ.
ἔγνωκα

ἔγνωκας

Υπερ.
ἐγνώκειν

ἐγνώκεις

 ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική οἶσθα
Υποτακτική
εἰδῇς

Ευκτική
εἰδείης

Προστακτική
ἴσθι

ὅ τι ὅ,τι. Στις εκδόσεις των αρχαίων κειμένων το αναφορικό ὅ,τι γράφεται συνήθως με διάσταση, χωρίς υποδιαστολή): ονομαστική ενικού, ουδ. γένους της αναφορικής αντωνυμίας ὅστις, ἥτις, ὅ,τι.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. ὅ,τι
ἅτινα και ἅττα

Γεν.
οὗτινος και ὅτου
ὧντινων

Δοτ.
ᾧτινι και ὅτῳ

οἷστισι

Αιτ. ὅ,τι
ἅτινα και ἅττα

Κλητ. - -
Ζεύς: ονομαστική ενικού του  ανώμαλου ουσιαστικού ὁ Ζεύς.
 

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
(βλ. στο τέλος των Γραμματικών Σχολίων) 

Ονομ. ὁ Ζεύς
Γεν.
τοῦ Διὸς και Ζηνὸς


Δοτ.
τῷ Διὶ και Ζην


Αιτ.
τὸν Δία και Ζῆνα


Κλητ.
(ὦ) Ζεῦ


Οἰδίπου: γενική ενικού του ανώμαλου ουσιαστικού Οἰδίπους.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
(βλ. στο τέλος των Γραμματικών Σχολίων)
Ονομ. Οἰδίπους

Γεν. τοῦ Οἰδίποδος και Οἰδίπου

Δοτ. τῷ Οἰδίποδι

Αιτ. τὸν Οἰδίποδα και Οἰδίπουν

Κλητ. (ὦ) Οἰδίπους και Οἰδίπου

κακῶν: γενική πληθυντικού του δευτερόκλιτου επιθέτου κακός, -ή, -όν (εδώ: ουσιαστικοποιημένο επίθετο, τὰ κακ, "οι συμφορές").

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ.
τὸ κακὸν

τὰ κακὰ
Γεν.
τοῦ κακοῦ

τῶν κακῶν
Δοτ. τῷ κακῷ τοῖς κακοῖς
Αιτ.
τὸ κακὸν

τὰ κακὰ
Κλητ. (ὦ) κακὸν (ὦ) κακὰ

ὁποῖον: αιτιατική ενικού, ουδ. γένους της αναφορικής αντωνυμίας ὁποῖος, ὁποία, ὁποῖον.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. ὁποῖον ὁποῖα
Γεν. ὁποίου ὁποίων
Δοτ.
ὁποίῳ

ὁποίοις
Αιτ. ὁποῖον ὁποῖα
Κλητ. - -
οὐχί: αττικός τύπος του οὐ.
νῷν (= ἡμῖν): δοτική δυϊκού αριθμού της προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου ἐγώ.
ἔτι: χρονικό επίρρημα, "ακόμη, μέχρι τώρα".
ζώσαιν (= ζώσαις): δοτική δυϊκού αριθμού, θηλυκού γένους της μετοχής ενεστώτα του ρήματος ζήω,-ῶ, "ζω".
τελεῖ: γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος τελέω,-ῶ, "εκπληρώνω, φέρνω σε πέρας".


ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ.
τελῶ

τελεῖ

Παρατ. ἐτέλουν ἐτέλει 
Μέλ.
τελῶ

τελεῖ

Αόρ. ἐτέλεσα ἐτέλεσε
Παρακ. τετέλεκα τετέλεκε
Υπερ. ἐτετελέκειν ἐτετελέκει
 ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική τελεῖ
Υποτακτική
τελῇ

Ευκτική
τελοῖ ή τελοίη

Προστακτική τελείτω
oὐδέν: ονομαστική ενικού ουδ. γένους της αόριστης, επιμεριστικής αντωνυμίας οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. oὐδὲν -
Γεν.
oὐδενὸς

-
Δοτ.
oὐδενὶ

-
Αιτ. oὐδὲν -
Κλητ. - -
Πληθυντικό αριθμό έχει μόνο το αρσεν. γένος της αντωνυμίας (oὐδένες).

ἀλγεινόν: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ἀλγεινός, -ή, όν.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. τὸ ἀλγεινὸν τὰ ἀλγειν
Γεν. τοῦ ἀλγεινοῦ τῶν ἀλγεινῶν
Δοτ. τῷ ἀλγειν τοῖς ἀλγεινοῖς
Αιτ. τὸ ἀλγεινὸν τὰ ἀλγειν
Κλητ. (ὦ) ἀλγεινὸν (ὦ) ἀλγειν
ἄτης: γενική ενικού του πρωτόκλιτου ουσιαστικού ἄτη, "όλεθρος, καταστροφή".


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. ἄτη -

Γεν. τῆς ἄτης -

Δοτ. τῇ ἄτ -

Αιτ. τὴν ἄτην -

Κλητ. (ὦ) ἄτη -

ἄτερ: πρόθεση που συντάσσεται με γενική, "χωρίς".
αἰσχρόν: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου αἰσχρός, -ά, -όν.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. τὸ αἰσχρὸν τὰ αἰσχρ
Γεν. τοῦ αἰσχρο τῶν αἰσχρῶν
Δοτ. τῷ αἰσχρ τοῖς αἰσχροῖς
Αιτ. τὸ αἰσχρὸν τὰ αἰσχρ
Κλητ. (ὦ) αἰσχρὸν (ὦ) αἰσχρ
ἄτιμον: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ, ἡ ἄτιμος, τὸ ἄτιμον.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. τὸ ἄτιμον
τὰ ἄτιμα

Γεν.
τοῦ ἀτίμου

τῶν ἀτίμων

Δοτ.
τῷ ἀτίμῳ

τοῖς ἀτίμοις

Αιτ. τὸ ἄτιμον τὰ ἄτιμα
Κλητ. (ὦ) ἄτιμον (ὦ) ἄτιμα
ἐσθ' (ἐστί): γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος εἰμί.


ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ.
εἰμὶ

ἐστὶ

Παρατ.
ἦ και ἦν

ἦν

Μέλ.
ἔσομαι
ἔσται

Αόρ. ἐγενόμην (αόρ.β΄) ἐγένετο

Παρακ. γέγονα

γέγονε
Υπερ. ἐγεγόνειν

ἐγεγόνει

 ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική ἐστὶ
Υποτακτική

Ευκτική
εἴη

Προστακτική ἔστω
σῶν: γενική πληθυντικού, ουδ. γένους της κτητικής αντωνυμίας β΄ προσώπου σός, σή, σόν, "δικός σου, δική σου, δικό σου".

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ.
σὸν

σὰ

Γεν.
σοῦ

σῶν
Δοτ.
σῷ

σοῖς

Αιτ.
σὸν

σὰ

Κλητ. - -
κἀμῶν (καἐμῶν, κράση): γενική πληθυντικού, ουδ. γένους της κτητικής αντωνυμίας ἐμός, ἐμή, ἐμόν, "δικός μου, δική μου, δικό μου".


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ.
ἐμὸς

ἐμὰ

Γεν.
ἐμοῦ

ἐμῶν

Δοτ.
ἐμῷ

ἐμοῖς

Αιτ.
ἐμὸν

ἐμὰ

Κλητ. - -

ὄπωπα: α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής παρακειμένου β΄ ενεργητικής φωνής του ρήματος ράω,-ῶ, "βλέπω".


ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ. ὁρῶ ὁρῶ
Παρατ.
ἑώρων

ἑώρων
Μέλ.
ὄψομαι (μέσος μέλ. ως ενεργητ.)

ὄψομαι (μέσος μέλ. ως ενεργητ.)
Αόρ.
εἶδον (β΄)

εἶδον (β΄)
Παρακ. ἑώρακα (α΄)
ὄπωπα (β΄) 
ἑώρακα (α΄)
ὄπωπα (β΄)
Υπερ. ἑώράκειν (α΄)
ὠπώπειν (β΄)

ἑώράκειν (α΄)
ὠπώπειν (β΄)
 ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική ὄπωπα
Υποτακτική
ὀπωπυῖα ὦ

Ευκτική
ὀπωπυῖα εἴην

Προστακτική -
ἐγώ: ονομαστική ενικού της προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου ἐγώ.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. ἐγὼ
ἡμεῖς

Γεν.
ἐμοῦ, μου

ἡμῶν

Δοτ. ἐμοί, μοι
ἡμῖν

Αιτ. ἐμέ, με
ἡμᾶς

Κλητ. - -
νῦν: χρονικό επίρρημα, "τώρα".

τί: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους της ερωτηματικής αντωνυμίας τίς, τίς, τί. (Η αντωνυμία αυτή τονίζεται στους μονοσύλλαβους τύπους πάντα με οξεία και όχι με βαρεία).

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. τί τίνα
Γεν. τίνος ή τοῦ τίνων
Δοτ.
τίνι ή τῷ

τίσι
Αιτ. τί τίνα
Κλητ. - -
τοῦτο: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους της δεικτικής αντωνυμίας οὗτος, αὕτη, τοῦτο.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. τοῦτο ταῦτα
Γεν. τούτου τούτων
Δοτ.
τούτῳ

τούτοις
Αιτ. τοῦτο ταῦτα
Κλητ. - -
αὖ: χρονικό επίρρημα, "πάλι".
φασί: γ΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος φημί, "λέω, ισχυρίζομαι".

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ.
φημὶ

φασὶ

Παρατ.
ἔφην

ἔφασαν

Μέλ. φήσω φήσουσι
Αόρ.
ἔφησα

ἔφησαν

Παρακ.
εἴρηκα

εἰρήκασι

Υπερ.
εἰρήκειν

εἰρήκεσαν


 ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική φασὶ
Υποτακτική
φῶσι

Ευκτική φαίησαν ή φαίεν
Προστακτική φάντων ή φάτωσαν
πανδήμῳ: δοτική ενικού, θηλ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ, ἡ πάνδημος, τὸ πάνδημον.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. ἡ πάνδημος
αἱ πάνδημοι

Γεν. τῆς πανδήμου τῶν πανδήμων
Δοτ. τῇ πανδήμῳ
ταῖς πανδήμοις

Αιτ. τὴν πάνδημον
τὰς πανδήμους

Κλητ. (ὦ) πάνδημε (ὦ) πάνδημοι
πόλει: δοτική ενικού του τριτόκλιτου ουσιαστικού ἡ πόλις.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ.  ἡ πόλις αἱ πόλεις
Γεν. τῆς πόλεως τῶν πόλεων
Δοτ. τῇ πόλει ταῖς πόλεσι
Αιτ. τὴν πόλιν τὰς πόλεις
Κλητ. (ὦ) πόλι (ὦ) πόλεις
κήρυγμα: ονομαστική ενικού του τριτόκλιτου ουσιαστικού τὸ κήρυγμα.


ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. τὸ κήρυγμα τὰ κηρύγματα
Γεν. τοῦ κηρύγματος τῶν κηρυγμάτων
Δοτ. τῷ κηρύγματι τοῖς κηρύγμασι
Αιτ. τὸ κήρυγμα τὰ κηρύγματα
Κλητ. (ὦ) κήρυγμα (ὦ) κηρύγματα
θεῖναι: απαρέμφατο αορίστου β΄ ενεργητικής φωνής του ρήματος τίθημι, "θέτω, τοποθετώ".


ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ. τίθημι τιθέναι
Παρατ.
ἐτίθην

-
Μέλ. θήσω θήσειν
Αόρ.
ἔθηκα (β΄)

θεῖναι
Παρακ. τέθηκα και τέθεικα τεθηκέναι
Υπερ. ἐτεθήκειν -
τὸν στρατηγὸν: αιτιατική ενικού του δευτερόκλιτου ουσιαστικού ὁ στρατηγός.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ. στρατηγὸς
οἱ στρατηγοὶ

Γεν. τοῦ στρατηγοῦ τῶν στρατηγῶν
Δοτ.
τῷ στρατηγῷ

τοῖς στρατηγοῖς
Αιτ. τὸν στρατηγὸν
τοὺς στρατηγοὺς

Κλητ.
(ὦ) στρατηγὲ

(ὦ) στρατηγοὶ

ἀρτίως: χρονικό επίρρημα, "πριν από λίγο".

χεις: β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος χω.

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ. χω χεις
Παρατ.
εἶχον

εἶχες

Μέλ.
ἕξω / σχήσω

ἕξεις / σχήσεις

Αόρ. ἔσχον (β΄) σχες
Παρακ. ἔσχηκα ἔσχηκας
Υπερ.
ἐσχήκειν

ἐσχήκεις

 ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική χεις
Υποτακτική
χῃς
Ευκτική χοις
Προστακτική χε
τι: αιτιατική ενικού, ουδ. γένους της αόριστης αντωνυμίας τίς, τίς, τί.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ.
τὶ

τινὰ ή ἄττα

Γεν.
τινὸς ή του

τινῶν

Δοτ.
τινὶ ή τ

τισὶ

Αιτ.
τὶ

τινὰ ή ἄττα

Κλητ. - -
κεἰσήκουσας (= καὶ εἰσήκουσας, κράση): β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου ενεργητικής φωνής του ρήματος εἰσακούω, "ακούω προσεκτικά".

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ. εἰσακούω εἰσακούεις
Παρατ. εἰσήκουον εἰσήκουες
Μέλ. εἰσακούσομαι (μέσος μέλ. ως ενεργ.)
εἰσακούσῃ / -ει

Αόρ. εἰσήκουσα εἰσήκουσας
Παρακ. εἰσακήκοα εἰσακήκοας
Υπερ. εἰσηκηκόειν εἰσηκηκόεις

 ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική εἰσήκουσας
Υποτακτική εἰσακούσς
Ευκτική εἰσακούσαις ή εισακούσειας
Προστακτική εἰσάκουσον
σε: αιτιατική ενικού της προσωπικής αντωνυμίας β΄ προσώπου σύ.

ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Ονομ.
σὺ

ὑμεῖς

Γεν.
σοῦ, σου

ὑμῶν

Δοτ. σοί, σοι
ὑμῖν

Αιτ. σέ, σε
ὑμᾶς

Κλητ. - -
λανθάνει: γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος λανθάνω, "διαφεύγω την προσοχή".

ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ. λανθάνω λανθάνει
Παρατ.
ἐλάνθανον

ἐλάνθανε

Μέλ. λήσω λήσει
Αόρ.
ἔλαθον (β΄)

ἔλαθε

Παρακ. λέληθα λέληθε
Υπερ. ἐλελήθειν ἐλελήθει

 ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική λανθάνει
Υποτακτική λανθάνῃ
Ευκτική λανθάνοι
Προστακτική λανθανέτω
στείχοντα: αιτιατική ενικού, ουδ. γένους μετοχής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος στείχω, "βαδίζω".


ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Ενεστ. στείχω στείχοντα
Παρατ.
ἔστειχον

-
Μέλ. στείξω στείξοντα
Αόρ.
ἔστειξα (α΄) / ἔστιχον (β΄)

στείξαντα / στίχοντα
Παρακ. - -
Υπερ. - -
 
Τα περισσότερα κύρια ονόματα (που κανονικά εκφέρονται στον ενικό) κλίνονται μόνο στον ενικό αριθμό. Τα κύρια ονόματα προσώπων κλίνονται στον πληθυντικό, όταν είναι ανάγκη να δηλωθούν πολλά πρόσωπα που έχουν το ίδιο όνομα ή -μεταφορικά- πρόσωπα που μοιάζουν σε κάτι με γνωστό πρόσωπο που έχει το όνομα αυτό.

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
-῏Ω κοινὸν αὐτάδελφον ᾿Ισμήνης κάρα, ἆρ' οἶσθ': κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
οἶσθα: ρήμα / σύ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / κάρα: κλητική προσφώνηση / ᾿Ισμήνης: γενική κτητική / κοινὸν - αὐτάδελφον: επιθετικοί προσδιορισμοί στο κάρα.

-ὅ τι (ἐστί) τῶν ἀπ' Οἰδίπου κακῶν: δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική πρόταση μερικής αγνοίας ως αντικείμενο του ρήματος της κυρίας πρότασης (οἶσθ').
ἐστί (ενν.): ρήμα / ὅ τι: υποκείμενο του ρήματος / τῶν κακῶν: γενική διαιρετική / ἀπ' Οἰδίπου: εμπρόθετος προσδιορισμός της προέλευσης.

-ὁποῖον οὐχὶ Ζεὺς νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ: δευτερεύουσα αναφορική προσδιοριστική στο κακῶν.
τελεῖ: ρήμα / Ζεύς: υποκείμενο του ρήματος / ὁποῖον: αντικείμενο του ρήματος / νῷν: δοτική ηθική και υποκείμενο της μετοχής ζώσαιν / ζώσαιν: επιθετική μετοχή / ἔτι: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.

-οὐδὲν γὰρ οὔτ' ἀλγεινὸν οὔτ' ἄτης ἄτερ οὔτ' αἰσχρὸν οὔτ' ἄτιμόν ἐσθ': κύρια πρόταση.
ἐστί: ρήμα / οὐδὲν: υποκείμενο του ρήματος / ἀλγεινὸν - αἰσχρὸν - ἄτιμόν: επιθετικοί προσδιορισμοί στο οὐδὲν / ἄτερ ἄτης: εμπρόθετος προσδιορισμός της εξαίρεσης.

-ὁποῖον οὐ τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ' (ὄν) ἐγὼ κακῶν: δευτερεύουσα αναφορική προσδιοριστική στο οὐδὲν.
ὄπωπα: ρήμα / ἐγὼ: υποκείμενο του ρήματος / ὁποῖον: αντικείμενο του ρήματος και υποκείμενο της εννοούμενης μετοχής ὄν / ὄν (ενν.): κατηγορηματική μετοχή από το ὄπωπα (ρήμα αισθήσεως) / τῶν κακῶν: γενική κατηγορηματική κτητική / σῶν - κἀμῶν: επιθετικοί προσδιορισμοί στο κακῶν.

-καὶ νῦν τί (ἐστί) αὖ τὸ κήρυγμα τοῦτο: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική μερικής αγνοίας.   
ἐστί νν.): ρήμα / κήρυγμα: υποκείμενο του ρήματος / τοῦτο: επιθετικός προσδιορισμός στο κήρυγμα / τί: κατηγορούμενο / νῦν - αὖ: επιρρηματικοί προσδιορισμοί του χρόνου.

-(ὅ) φασι θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως πανδήμῳ πόλει: δευτερεύουσα αναφορική πρόταση.
φασί: ρήμα / τινές (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / θεῖναι: ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο του φασί / τὸν στρατηγόν: υποκείμενο του θεῖναι / (ενν.): αντικείμενο του θεῖναι / πόλει: δοτική του τόπου / πανδήμῳ: επιθετικός προσδιορισμός στο πόλει / ἀρτίως: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.

-ἔχεις τι: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
χεις: ρήμα / σύ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / τι: αντικείμενο του ρήματος.

-κεἰσήκουσας: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
εἰσήκουσας: ρήμα / σύ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / τι (ενν.): αντικείμενο του ρήματος.

-ἤ σε λανθάνει πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
λανθάνει: ρήμα / κακά: υποκείμενο του ρήματος (αττική σύνταξη) και υποκείμενο του στείχοντα / σε: αντικείμενο του ρήματος / στείχοντα: κατηγορηματική μετοχή από το λανθάνει / τῶν ἐχθρῶν: γενική κτητική / πρὸς τοὺς φίλους: εμπρόθετος προσδιορισμός της κατεύθυνσης.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου