Σοφοκλέους Αντιγόνη, στ. 1-10
ANTIΓΟNH
῏Ω κοινὸν αὐτάδελφον ᾿Ισμήνης κάρα,
ἆρ' οἶσθ' ὅ τι Ζεὺς τῶν ἀπ' Οἰδίπου κακῶν
ὁποῖον οὐχὶ νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ;
Οὐδὲν γὰρ οὔτ' ἀλγεινὸν οὔτ' ἄτης ἄτερ
οὔτ' αἰσχρὸν οὔτ' ἄτιμόν ἐσθ', ὁποῖον οὐ 5
τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ' ἐγὼ κακῶν.
Καὶ νῦν τί τοῦτ' αὖ φασι πανδήμῳ πόλει
κήρυγμα θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
῎Εχεις τι κεἰσήκουσας; ἤ σε λανθάνει
πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά; 10
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
κοινόν: λέγεται για πρόσωπα συγγενεύοντα μεταξύ τους, ιδίως για όσους έχουν αδελφική σχέση.
αὐτάδελφον: αυτός που σχετίζεται με κάποιον με αδελφική σχέση.
κάρα: το κεφάλι· περιφραστικά λέγεται για έναν άνθρωπο, Οἰδίπου κάρα, δηλαδή Οἰδίπους.
ἀλγεινόν: δυσάρεστο.
ἄτης (γενική ενικού): όλεθρος, συμφορά.
ἄτερ: χωρίς.
αἰσχρόν: προσβλητικό, επαίσχυντο.
ἄτερ: χωρίς.
αἰσχρόν: προσβλητικό, επαίσχυντο.
ἄτιμόν: επονείδιστο.
πανδήμῳ πόλει: σε ολόκληρο το σώμα της πόλης.
ἀρτίως: πριν από λίγο.
ἔχεις: εδώ σημαίνει "ξέρω, γνωρίζω".
σε λανθάνει: διαφεύγει την προσοχή σου.
στείχοντα: ότι βαδίζουν, εδώ μεταφορικά "ότι απειλούν".
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
κοινὸν: κλητική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου κοινός, -ή, -όν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
-
῏Ω κοινὸν αὐτάδελφον ᾿Ισμήνης κάρα,
Αγαπημένη μου αδελφή, Ισμήνη,
ἆρ' οἶσθ'
άραγε ξέρεις
ὅ τι τῶν ἀπ' Οἰδίπου κακῶν
αν υπάρχει καμιά συμφορά που μας κληροδότησε ο Οιδίποδας
ὁποῖον οὐχὶ Ζεὺς τελεῖ
και να μην την έστειλε ο Δίας
νῷν ἔτι ζώσαιν;
σε εμάς τις δυο που ζούμε ακόμα;
Οὐδὲν γὰρ οὔτ' ἀλγεινὸν οὔτ' ἄτης ἄτερ οὔτ' αἰσχρὸν οὔτ' ἄτιμόν ἐσθ',
Γιατί τίποτε δεν υπάρχει ούτε δυσάρεστο ούτε χωρίς συμφορά ούτε αισχρό ούτε επονείδιστο,
ὁποῖον οὐ τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ' ἐγὼ κακῶν.
που εγώ να μην έχω δει μέσα στα δικά σου και τα δικά μου βάσανα.
Καὶ νῦν τί τοῦτ' αὖ κήρυγμα
Και τώρα τι είναι πάλι αυτή η διαταγή
φασι πανδήμῳ πόλει θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως;
που λένε ότι διακήρυξε ο στρατηγός πριν από λίγο σ΄ ολόκληρη την πόλη;
῎Εχεις τι κεἰσήκουσας;
Ξέρεις τίποτε κι έχεις ακούσει;
ἤ σε λανθάνει
Ή διαφεύγει την προσοχή σου
πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά;
ότι τους αγαπημένους μας απειλούν κακά που ταιριάζουν στους εχθρούς;
κοινὸν: κλητική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου κοινός, -ή, -όν.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ κοινὸντὰ κοινὰΓεν. τοῦ κοινοῦτῶν κοινῶνΔοτ. τῷ κοινῷτοῖς κοινοῖςΑιτ. τὸ κοινὸντὰ κοινὰ Κλητ. (ὦ) κοινὸν(ὦ) κοινὰ
αὐτάδελφον: κλητική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ, ἡ αὐτάδελφος, τὸ αὐτάδελφον.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ αὐτάδελφον τὰ αὐτάδελφα Γεν. τοῦ αὐταδέλφου τῶν αὐταδέλφων Δοτ. τῷ αὐταδέλφῳτοῖς αὐταδέλφοις Αιτ. τὸ αὐτάδελφον τὰ αὐτάδελφα Κλητ. (ὦ) αὐτάδελφον (ὦ) αὐτάδελφα
᾿Ισμήνης: γενική ενικού του πρωτόκλιτου ουσιαστικού ἡ ᾿Ισμήνη.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
(βλ. στο τέλος των Γραμματικών Σχολίων)Ονομ. ἡ ᾿Ισμήνη
Γεν. τῆς ᾿Ισμήνης
Δοτ.
τῇ ᾿Ισμήνῃ
Αιτ.
τὴν ᾿Ισμήνην
Κλητ. (ὦ)᾿Ισμήνη
κάρα: κλητική ενικού του τριτόκλιτου ουσιαστικού τὸ κάρα.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ κάρα τὰ καρήατα Γεν. τοῦ καρήατος και κάρητος τῶν καρηάτων Δοτ. τῷ καρήατι και κάρητι τοῖς καρήασι και κάρησι Αιτ. τὸ κάρα τὰ καρήατα Κλητ. (ὦ) κάρα (ὦ) καρήατα
ἆρα: ερωτηματικό μόριο, "άραγε".
οἶσθα: β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος οἶδα, "γνωρίζω".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. οἶδα οἶσθα Παρατ. ᾔδειν και ᾔδηᾔδεις και ᾔδησθαΜέλ. εἰδήσω καιεἴσομαι (μέσος μέλ. ως ενεργητ.)εἰδήσεις και
εἴσῃ/-ειΑόρ. ἔγνων (αόρ. β΄)ἔγνωςΠαρακ. ἔγνωκαἔγνωκαςΥπερ. ἐγνώκεινἐγνώκεις
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική οἶσθα Υποτακτική εἰδῇςΕυκτική εἰδείηςΠροστακτική ἴσθι
ὅ τι (ή ὅ,τι. Στις εκδόσεις των αρχαίων κειμένων το αναφορικό ὅ,τι γράφεται συνήθως με διάσταση, χωρίς υποδιαστολή): ονομαστική ενικού, ουδ. γένους της αναφορικής αντωνυμίας ὅστις, ἥτις, ὅ,τι.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ὅ,τι ἅτινα και ἅτταΓεν.
οὗτινος και ὅτουὧντινωνΔοτ. ᾧτινι και ὅτῳοἷστισιΑιτ. ὅ,τι ἅτινα και ἅτταΚλητ. - -
Ζεύς: ονομαστική ενικού του ανώμαλου ουσιαστικού ὁ Ζεύς.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
(βλ. στο τέλος των Γραμματικών Σχολίων)Ονομ. ὁ Ζεύς
Γεν. τοῦ Διὸς και Ζηνὸς
Δοτ. τῷ Διὶ και Ζηνὶ
Αιτ. τὸν Δία και Ζῆνα
Κλητ. (ὦ) Ζεῦ
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
(βλ. στο τέλος των Γραμματικών Σχολίων)Ονομ. ὁ Οἰδίπους
Γεν. τοῦ Οἰδίποδος και Οἰδίπου
Δοτ. τῷ Οἰδίποδι
Αιτ. τὸν Οἰδίποδα και Οἰδίπουν
Κλητ. (ὦ) Οἰδίπους και Οἰδίπου
κακῶν: γενική πληθυντικού του δευτερόκλιτου επιθέτου κακός, -ή, -όν (εδώ: ουσιαστικοποιημένο επίθετο, τὰ κακὰ, "οι συμφορές").
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ κακὸντὰ κακὰ Γεν. τοῦ κακοῦτῶν κακῶν Δοτ. τῷ κακῷ τοῖς κακοῖς Αιτ. τὸ κακὸντὰ κακὰ Κλητ. (ὦ) κακὸν (ὦ) κακὰ
ὁποῖον: αιτιατική ενικού, ουδ. γένους της αναφορικής αντωνυμίας ὁποῖος, ὁποία, ὁποῖον.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ὁποῖον ὁποῖα Γεν. ὁποίου ὁποίων Δοτ. ὁποίῳὁποίοις Αιτ. ὁποῖον ὁποῖα Κλητ. - -
νῷν (= ἡμῖν): δοτική δυϊκού αριθμού της προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου ἐγώ.
ἔτι: χρονικό επίρρημα, "ακόμη, μέχρι τώρα".
ζώσαιν (= ζώσαις): δοτική δυϊκού αριθμού, θηλυκού γένους της μετοχής ενεστώτα του ρήματος ζήω,-ῶ, "ζω".
τελεῖ: γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος τελέω,-ῶ, "εκπληρώνω, φέρνω σε πέρας".
ἀλγεινόν: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ἀλγεινός, -ή, όν.
ἄτερ: πρόθεση που συντάσσεται με γενική, "χωρίς".
αἰσχρόν: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου αἰσχρός, -ά, -όν.
τί: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους της ερωτηματικής αντωνυμίας τίς, τίς, τί. (Η αντωνυμία αυτή τονίζεται στους μονοσύλλαβους τύπους πάντα με οξεία και όχι με βαρεία).
φασί: γ΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος φημί, "λέω, ισχυρίζομαι".
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
-῏Ω κοινὸν αὐτάδελφον ᾿Ισμήνης κάρα, ἆρ' οἶσθ': κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
οἶσθα: ρήμα / σύ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / ὦ κάρα: κλητική προσφώνηση / ᾿Ισμήνης: γενική κτητική / κοινὸν - αὐτάδελφον: επιθετικοί προσδιορισμοί στο κάρα.
-ὅ τι (ἐστί) τῶν ἀπ' Οἰδίπου κακῶν: δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική πρόταση μερικής αγνοίας ως αντικείμενο του ρήματος της κυρίας πρότασης (οἶσθ').
ἐστί (ενν.): ρήμα / ὅ τι: υποκείμενο του ρήματος / τῶν κακῶν: γενική διαιρετική / ἀπ' Οἰδίπου: εμπρόθετος προσδιορισμός της προέλευσης.
-ὁποῖον οὐχὶ Ζεὺς νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ: δευτερεύουσα αναφορική προσδιοριστική στο κακῶν.
τελεῖ: ρήμα / Ζεύς: υποκείμενο του ρήματος / ὁποῖον: αντικείμενο του ρήματος / νῷν: δοτική ηθική και υποκείμενο της μετοχής ζώσαιν / ζώσαιν: επιθετική μετοχή / ἔτι: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
-οὐδὲν γὰρ οὔτ' ἀλγεινὸν οὔτ' ἄτης ἄτερ οὔτ' αἰσχρὸν οὔτ' ἄτιμόν ἐσθ': κύρια πρόταση.
ἐστί: ρήμα / οὐδὲν: υποκείμενο του ρήματος / ἀλγεινὸν - αἰσχρὸν - ἄτιμόν: επιθετικοί προσδιορισμοί στο οὐδὲν / ἄτερ ἄτης: εμπρόθετος προσδιορισμός της εξαίρεσης.
-ὁποῖον οὐ τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ' (ὄν) ἐγὼ κακῶν: δευτερεύουσα αναφορική προσδιοριστική στο οὐδὲν.
-ἤ σε λανθάνει πρὸς τοὺς φίλους στείχοντα τῶν ἐχθρῶν κακά: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
λανθάνει: ρήμα / κακά: υποκείμενο του ρήματος (αττική σύνταξη) και υποκείμενο του στείχοντα / σε: αντικείμενο του ρήματος / στείχοντα: κατηγορηματική μετοχή από το λανθάνει / τῶν ἐχθρῶν: γενική κτητική / πρὸς τοὺς φίλους: εμπρόθετος προσδιορισμός της κατεύθυνσης.
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. τελῶτελεῖΠαρατ. ἐτέλουν ἐτέλει Μέλ. τελῶτελεῖΑόρ. ἐτέλεσα ἐτέλεσε Παρακ. τετέλεκα τετέλεκε Υπερ. ἐτετελέκειν ἐτετελέκει
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική τελεῖ Υποτακτική τελῇΕυκτική τελοῖ ή τελοίηΠροστακτική τελείτω
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. oὐδὲν - Γεν. oὐδενὸς- Δοτ. oὐδενὶ- Αιτ. oὐδὲν - Κλητ. - -
Πληθυντικό αριθμό έχει μόνο το αρσεν. γένος της αντωνυμίας (oὐδένες).
ἀλγεινόν: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ἀλγεινός, -ή, όν.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ ἀλγεινὸν τὰ ἀλγεινὰ Γεν. τοῦ ἀλγεινοῦ τῶν ἀλγεινῶν Δοτ. τῷ ἀλγεινῷ τοῖς ἀλγεινοῖς Αιτ. τὸ ἀλγεινὸν τὰ ἀλγεινὰ Κλητ. (ὦ) ἀλγεινὸν (ὦ) ἀλγεινὰ
ἄτης: γενική ενικού του πρωτόκλιτου ουσιαστικού ἡ ἄτη, "όλεθρος, καταστροφή".
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἡ ἄτη -
Γεν. τῆς ἄτης -
Δοτ. τῇ ἄτῃ -
Αιτ. τὴν ἄτην -
Κλητ. (ὦ) ἄτη -
αἰσχρόν: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου αἰσχρός, -ά, -όν.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ αἰσχρὸν τὰ αἰσχρὰ Γεν. τοῦ αἰσχροῦ τῶν αἰσχρῶν Δοτ. τῷ αἰσχρῷ τοῖς αἰσχροῖς Αιτ. τὸ αἰσχρὸν τὰ αἰσχρὰ Κλητ. (ὦ) αἰσχρὸν (ὦ) αἰσχρὰ
ἄτιμον: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ, ἡ ἄτιμος, τὸ ἄτιμον.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ ἄτιμον τὰ ἄτιμαΓεν. τοῦ ἀτίμουτῶν ἀτίμωνΔοτ. τῷ ἀτίμῳτοῖς ἀτίμοιςΑιτ. τὸ ἄτιμον τὰ ἄτιμα Κλητ. (ὦ) ἄτιμον (ὦ) ἄτιμα
ἐσθ' (ἐστί): γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος εἰμί.
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. εἰμὶἐστὶΠαρατ. ἦ και ἦνἦνΜέλ. ἔσομαιἔσταιΑόρ. ἐγενόμην (αόρ.β΄) ἐγένετο
Παρακ. γέγονα
γέγονε Υπερ. ἐγεγόνειν
ἐγεγόνει
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική ἐστὶ Υποτακτική ᾖΕυκτική εἴηΠροστακτική ἔστω
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. σὸνσὰΓεν. σοῦσῶν Δοτ. σῷσοῖςΑιτ. σὸνσὰΚλητ. - -
κἀμῶν (καὶ ἐμῶν, κράση): γενική πληθυντικού, ουδ. γένους της κτητικής αντωνυμίας ἐμός, ἐμή, ἐμόν, "δικός μου, δική μου, δικό μου".
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἐμὸςἐμὰΓεν. ἐμοῦἐμῶνΔοτ. ἐμῷἐμοῖςΑιτ. ἐμὸνἐμὰΚλητ. - -
ὄπωπα: α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής παρακειμένου β΄ ενεργητικής φωνής του ρήματος ὁράω,-ῶ, "βλέπω".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. ὁρῶ ὁρῶ Παρατ. ἑώρωνἑώρων Μέλ. ὄψομαι (μέσος μέλ. ως ενεργητ.)ὄψομαι (μέσος μέλ. ως ενεργητ.) Αόρ. εἶδον (β΄)εἶδον (β΄) Παρακ. ἑώρακα (α΄)
ὄπωπα (β΄)ἑώρακα (α΄)
ὄπωπα (β΄)Υπερ. ἑώράκειν (α΄)
ὠπώπειν (β΄)ἑώράκειν (α΄)
ὠπώπειν (β΄)
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική ὄπωπα Υποτακτική ὀπωπυῖα ὦΕυκτική ὀπωπυῖα εἴηνΠροστακτική -
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἐγὼ ἡμεῖςΓεν. ἐμοῦ, μουἡμῶνΔοτ. ἐμοί, μοι ἡμῖνΑιτ. ἐμέ, με ἡμᾶςΚλητ. - -
τί: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους της ερωτηματικής αντωνυμίας τίς, τίς, τί. (Η αντωνυμία αυτή τονίζεται στους μονοσύλλαβους τύπους πάντα με οξεία και όχι με βαρεία).
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τί τίνα Γεν. τίνος ή τοῦ τίνων Δοτ. τίνι ή τῷτίσι Αιτ. τί τίνα Κλητ. - -
τοῦτο: ονομαστική ενικού, ουδ. γένους της δεικτικής αντωνυμίας οὗτος, αὕτη, τοῦτο.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τοῦτο ταῦτα Γεν. τούτου τούτων Δοτ. τούτῳτούτοις Αιτ. τοῦτο ταῦτα Κλητ. - -
φασί: γ΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος φημί, "λέω, ισχυρίζομαι".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. φημὶφασὶΠαρατ. ἔφηνἔφασανΜέλ. φήσω φήσουσι Αόρ. ἔφησαἔφησανΠαρακ. εἴρηκαεἰρήκασιΥπερ. εἰρήκεινεἰρήκεσαν
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική φασὶ Υποτακτική φῶσιΕυκτική φαίησαν ή φαίεν Προστακτική φάντων ή φάτωσαν
πανδήμῳ: δοτική ενικού, θηλ. γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου ὁ, ἡ πάνδημος, τὸ πάνδημον.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἡ πάνδημος αἱ πάνδημοιΓεν. τῆς πανδήμου τῶν πανδήμων Δοτ. τῇ πανδήμῳ ταῖς πανδήμοιςΑιτ. τὴν πάνδημον τὰς πανδήμουςΚλητ. (ὦ) πάνδημε (ὦ) πάνδημοι
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἡ πόλις αἱ πόλεις Γεν. τῆς πόλεως τῶν πόλεων Δοτ. τῇ πόλει ταῖς πόλεσι Αιτ. τὴν πόλιν τὰς πόλεις Κλητ. (ὦ) πόλι (ὦ) πόλεις
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ κήρυγμα τὰ κηρύγματα Γεν. τοῦ κηρύγματος τῶν κηρυγμάτων Δοτ. τῷ κηρύγματι τοῖς κηρύγμασι Αιτ. τὸ κήρυγμα τὰ κηρύγματα Κλητ. (ὦ) κήρυγμα (ὦ) κηρύγματα
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. τίθημι τιθέναι Παρατ. ἐτίθην- Μέλ. θήσω θήσειν Αόρ. ἔθηκα (β΄)θεῖναι Παρακ. τέθηκα και τέθεικα τεθηκέναι Υπερ. ἐτεθήκειν -
τὸν στρατηγὸν: αιτιατική ενικού του δευτερόκλιτου ουσιαστικού ὁ στρατηγός.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ὁ στρατηγὸς οἱ στρατηγοὶΓεν. τοῦ στρατηγοῦ τῶν στρατηγῶν Δοτ. τῷ στρατηγῷτοῖς στρατηγοῖς Αιτ. τὸν στρατηγὸν τοὺς στρατηγοὺςΚλητ. (ὦ) στρατηγὲ(ὦ) στρατηγοὶ
ἔχεις: β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος ἔχω.
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. ἔχω ἔχεις Παρατ. εἶχονεἶχεςΜέλ. ἕξω / σχήσωἕξεις / σχήσειςΑόρ. ἔσχον (β΄) ἔσχες Παρακ. ἔσχηκα ἔσχηκας Υπερ. ἐσχήκεινἐσχήκεις
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική ἔχεις Υποτακτική ἔχῃςΕυκτική ἔχοις Προστακτική ἔχε
τι: αιτιατική ενικού, ουδ. γένους της αόριστης αντωνυμίας τίς, τίς, τί.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὶτινὰ ή ἄτταΓεν. τινὸς ή τουτινῶνΔοτ. τινὶ ή τῳτισὶΑιτ. τὶτινὰ ή ἄτταΚλητ. - -
κεἰσήκουσας (= καὶ εἰσήκουσας, κράση): β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής αορίστου ενεργητικής φωνής του ρήματος εἰσακούω, "ακούω προσεκτικά".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. εἰσακούω εἰσακούεις Παρατ. εἰσήκουον εἰσήκουες Μέλ. εἰσακούσομαι (μέσος μέλ. ως ενεργ.) εἰσακούσῃ / -ειΑόρ. εἰσήκουσα εἰσήκουσας Παρακ. εἰσακήκοα εἰσακήκοας Υπερ. εἰσηκηκόειν εἰσηκηκόεις
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική εἰσήκουσας Υποτακτική εἰσακούσῃς Ευκτική εἰσακούσαις ή εισακούσειας Προστακτική εἰσάκουσον
σε: αιτιατική ενικού της προσωπικής αντωνυμίας β΄ προσώπου σύ.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. σὺὑμεῖςΓεν. σοῦ, σουὑμῶνΔοτ. σοί, σοι ὑμῖνΑιτ. σέ, σε ὑμᾶςΚλητ. - -
λανθάνει: γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος λανθάνω, "διαφεύγω την προσοχή".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. λανθάνω λανθάνει Παρατ. ἐλάνθανονἐλάνθανεΜέλ. λήσω λήσει Αόρ. ἔλαθον (β΄)ἔλαθεΠαρακ. λέληθα λέληθε Υπερ. ἐλελήθειν ἐλελήθει
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική λανθάνει Υποτακτική λανθάνῃ Ευκτική λανθάνοι Προστακτική λανθανέτω
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. στείχω στείχοντα Παρατ. ἔστειχον- Μέλ. στείξω στείξοντα Αόρ. ἔστειξα (α΄) / ἔστιχον (β΄)στείξαντα / στίχοντα Παρακ. - - Υπερ. - -
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
-῏Ω κοινὸν αὐτάδελφον ᾿Ισμήνης κάρα, ἆρ' οἶσθ': κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
οἶσθα: ρήμα / σύ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / ὦ κάρα: κλητική προσφώνηση / ᾿Ισμήνης: γενική κτητική / κοινὸν - αὐτάδελφον: επιθετικοί προσδιορισμοί στο κάρα.
-ὅ τι (ἐστί) τῶν ἀπ' Οἰδίπου κακῶν: δευτερεύουσα πλάγια ερωτηματική πρόταση μερικής αγνοίας ως αντικείμενο του ρήματος της κυρίας πρότασης (οἶσθ').
ἐστί (ενν.): ρήμα / ὅ τι: υποκείμενο του ρήματος / τῶν κακῶν: γενική διαιρετική / ἀπ' Οἰδίπου: εμπρόθετος προσδιορισμός της προέλευσης.
-ὁποῖον οὐχὶ Ζεὺς νῷν ἔτι ζώσαιν τελεῖ: δευτερεύουσα αναφορική προσδιοριστική στο κακῶν.
τελεῖ: ρήμα / Ζεύς: υποκείμενο του ρήματος / ὁποῖον: αντικείμενο του ρήματος / νῷν: δοτική ηθική και υποκείμενο της μετοχής ζώσαιν / ζώσαιν: επιθετική μετοχή / ἔτι: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
-οὐδὲν γὰρ οὔτ' ἀλγεινὸν οὔτ' ἄτης ἄτερ οὔτ' αἰσχρὸν οὔτ' ἄτιμόν ἐσθ': κύρια πρόταση.
ἐστί: ρήμα / οὐδὲν: υποκείμενο του ρήματος / ἀλγεινὸν - αἰσχρὸν - ἄτιμόν: επιθετικοί προσδιορισμοί στο οὐδὲν / ἄτερ ἄτης: εμπρόθετος προσδιορισμός της εξαίρεσης.
-ὁποῖον οὐ τῶν σῶν τε κἀμῶν οὐκ ὄπωπ' (ὄν) ἐγὼ κακῶν: δευτερεύουσα αναφορική προσδιοριστική στο οὐδὲν.
ὄπωπα: ρήμα / ἐγὼ: υποκείμενο του ρήματος / ὁποῖον: αντικείμενο του ρήματος και υποκείμενο της εννοούμενης μετοχής ὄν / ὄν (ενν.): κατηγορηματική μετοχή από το ὄπωπα (ρήμα αισθήσεως) / τῶν κακῶν: γενική κατηγορηματική κτητική / σῶν - κἀμῶν: επιθετικοί προσδιορισμοί στο κακῶν.
-καὶ νῦν τί (ἐστί) αὖ τὸ κήρυγμα τοῦτο: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική μερικής αγνοίας.
ἐστί (ενν.): ρήμα / κήρυγμα: υποκείμενο του ρήματος / τοῦτο: επιθετικός προσδιορισμός στο κήρυγμα / τί: κατηγορούμενο / νῦν - αὖ: επιρρηματικοί προσδιορισμοί του χρόνου.
-(ὅ) φασι θεῖναι τὸν στρατηγὸν ἀρτίως πανδήμῳ πόλει: δευτερεύουσα αναφορική πρόταση.
φασί: ρήμα / τινές (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / θεῖναι: ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο του φασί / τὸν στρατηγόν: υποκείμενο του θεῖναι / ὅ (ενν.): αντικείμενο του θεῖναι / πόλει: δοτική του τόπου / πανδήμῳ: επιθετικός προσδιορισμός στο πόλει / ἀρτίως: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
φασί: ρήμα / τινές (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / θεῖναι: ειδικό απαρέμφατο, αντικείμενο του φασί / τὸν στρατηγόν: υποκείμενο του θεῖναι / ὅ (ενν.): αντικείμενο του θεῖναι / πόλει: δοτική του τόπου / πανδήμῳ: επιθετικός προσδιορισμός στο πόλει / ἀρτίως: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου.
-ἔχεις τι: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
ἔχεις: ρήμα / σύ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / τι: αντικείμενο του ρήματος.
ἔχεις: ρήμα / σύ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / τι: αντικείμενο του ρήματος.
-κεἰσήκουσας: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική ολικής αγνοίας.
εἰσήκουσας: ρήμα / σύ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / τι (ενν.): αντικείμενο του ρήματος.
λανθάνει: ρήμα / κακά: υποκείμενο του ρήματος (αττική σύνταξη) και υποκείμενο του στείχοντα / σε: αντικείμενο του ρήματος / στείχοντα: κατηγορηματική μετοχή από το λανθάνει / τῶν ἐχθρῶν: γενική κτητική / πρὸς τοὺς φίλους: εμπρόθετος προσδιορισμός της κατεύθυνσης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου