Σοφοκλέους Ἀντιγόνη, στ. 11-20
ΙΣΜΗΝΗ
ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη, φίλων
οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς ἵκετ᾽, ἐξ ὅτου
δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο
μιᾷ θανόντοιν ἡμέρᾳ διπλῇ χερί·
ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς
ἐν νυκτὶ τῇ νῦν, οὐδὲν οἶδ᾽ ὑπέρτερον,
οὔτ' εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ' ἀτωμένη.
AN.
ᾔδη καλῶς καί σ' ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν
τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽ ἐξέπεμπον, ὡς μόνη κλύοις.
ΙΣ.
Τί δ᾽ ἔστι; δηλοῖς γάρ τι καλχαίνουσ' ἔπος.
(Η μετάφραση του κειμένου είναι μετά τη συντακτική ανάλυση)
(Η μετάφραση του κειμένου είναι μετά τη συντακτική ανάλυση)
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
μῦθος: λόγος, είδηση.
ἡδύς: γλυκός, ευχάριστος.
ἐξ ὅτου: από την ώρα που.
ἐξ ὅτου: από την ώρα που.
διπλῇ χερί: με αμοιβαία σφαγή, με αμοιβαίο φόνο.
φροῦδος: αυτός που φεύγει, αυτός που το "σκάει".
οὐδὲν οἶδ᾽ ὑπέρτερον: δεν γνωρίζω τίποτα περισσότερο.
εὐτυχοῦσα μᾶλλον: πιο ευτυχισμένη.
τοῦδ᾽ οὕνεκα: γι' αυτό.
ἐξέπεμπον: σε κάλεσα έξω.
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
ἐμοί: δοτική ενικού της προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου ἐγώ.
ἐμοί: δοτική ενικού της προσωπικής αντωνυμίας α΄ προσώπου ἐγώ.
-
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἐγὼ ἡμεῖς Γεν. ἐμοῦ, μουἡμῶν Δοτ. ἐμοί, μοι ἡμῖνΑιτ. ἐμέ, με ἡμᾶς Κλητ. - -
οὐδείς: ονομαστική ενικού, αρσενικού γένους της αόριστης, επιμεριστικής αντωνυμίας οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν, "κανείς, καμιά, κανένα".
-
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. οὐδεὶς οὐδένες Γεν. οὐδενὸςοὐδένων Δοτ. οὐδενὶοὐδέσι Αιτ. οὐδένα οὐδένας Κλητ. - -
μῦθος: ονομαστική ενικού του δευτερόκλιτου ουσιαστικού ὁ μῦθος, " λόγος, είδηση".
-
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ὁ μῦθος οἱ μῦθοι Γεν. τοῦ μύθου τῶν μύθων Δοτ. τῷ μύθῳτοῖς μύθοις Αιτ. τὸν μῦθον τοὺς μύθους Κλητ. (ὦ) μῦθε (ὦ) μῦθοι
-
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ*Ονομ. ἡ Ἀντιγόνη
Γεν. τῆς Ἀντιγόνης
Δοτ. τῇ Ἀντιγόνῃ
Αιτ. τὴν Ἀντιγόνην
Κλητ. (ὦ) Ἀντιγόνη
*Τα περισσότερα κύρια ονόματα (που κανονικά εκφέρονται στον ενικό) κλίνονται μόνο στον ενικό αριθμό. Τα κύρια ονόματα προσώπων κλίνονται στον πληθυντικό, όταν είναι ανάγκη να δηλωθούν πολλά πρόσωπα που έχουν το ίδιο όνομα ή -μεταφορικά- πρόσωπα που μοιάζουν σε κάτι με γνωστό πρόσωπο που έχει το όνομα αυτό.
φίλων: γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου φίλος, φίλη, φίλον, "αγαπημένος, -η, -ο".
-
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. φίλος φίλοι Γεν. φίλου φίλων Δοτ. φίλῳ φίλοις Αιτ. φίλον φίλους Κλητ. φίλε φίλοι
-
Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός φίλος, -η, -ον μᾶλλον φίλος, -η, -ον
φιλαίτερος, -α, -ον
φίλτερος, -α, -ον
ὁ, ἡ φιλίων, τὸ φίλιονμάλιστα φίλος, -η, -ον
φιλαίτατος, -η, -ον
φίλτατος, -η, -ον
φίλιστος, -η, -ον
-
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἡδὺς ἡδεῖς
Γεν. ἡδέος ἡδέων
Δοτ. ἡδεῖ ἡδέσι
Αιτ. ἡδὺν ἡδεῖς
Κλητ. ἡδὺ ἡδεῖς
-
Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός ἡδύς, ἡδεῖα,
ἡδὺὁ, ἡ ἡδίων, τὸ
ἥδιονἥδιστος, -η, -ον
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἀλγεινὸς ἀλγεινοὶΓεν. ἀλγεινοῦ ἀλγεινῶνΔοτ. ἀλγεινῷἀλγεινοῖςΑιτ. ἀλγεινὸν ἀλγεινοὺςΚλητ. ἀλγεινὲἀλγεινοὶ
Παραθετικά:
δυοῖν: γενική δυϊκού αριθμού, αρσενικού γένους του απόλυτου αριθμητικού δύο (κοινό και για τα τρία γένη).
ἐστερήθημεν: α΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής παθητικού αορίστου α΄ του ρήματος στερέω,-ῶ, "στερώ, αφαιρώ".
ἐστιν: γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος εἰμί.
Ἀργείων: γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου
Ἀργεῖος, -α, -ον.
νῦν: χρονικό επίρρημα, "τώρα".
οὐδέν: αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους της αόριστης, επιμεριστικής αντωυμίας οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν.
οἶδα: α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος οἶδα, "γνωρίζω".
ὑπέρτερον: αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του συγκριτικού βαθμού ὑπέρτερος, -α, -ον. Ο θετικός βαθμός του επιθέτου λείπει (ελλειπτικά παραθετικά).
μᾶλλον: συγκριτικός βαθμός του ποσοτικού επιρρήματος μάλα, "πολύ".
Παραθετικά:
ἀτάομαι,-ῶμαι, "βρίσκομαι σε μεγάλη στενοχώρια".
ἐξέπεμπον: α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής παρατατικού ενεργητικής φωνής του ρήματος ἐκπέμπω, "καλώ κάποιον έξω, βγάζω έξω με κάλεσμα".
μόνη: ονομαστική ενικού, θηλυκού γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου μόνος, -η, -ον.
κλύοις: β΄ ενικό πρόσωπο ευκτικής ενεστώτα του ρήματος κλύω, "ακούω".
δηλοῖς: β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος δηλόω,-ῶ, "φανερώνω, δηλώνω".
τι: αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους της αόριστης αντωνυμίας τίς, τίς, τί.
καλχαίνουσα: ονομαστική ενικού, θηλυκού γένους μετοχής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος καλχαίνω, "συλλογίζομαι".
ἔπος: αιτιατική ενικού του τριτόκλιτου ουσιαστικού τὸ ἔπος.
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
- ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη, φίλων οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς ἵκετ᾽: κύρια πρόταση.
ἵκετο: ρήμα / μῦθος: υποκείμενο του ρήματος / ἐμοί: δοτική προσωπική / φίλων: γενική αντικειμενική στο μῦθος / οὐδεὶς - ἡδὺς - ἀλγεινὸς: επιθετικοί προσδιορισμοί στο μῦθος / Ἀντιγόνη: κλητική προσφώνηση.
- ἐξ ὅτου δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο μιᾷ θανόντοιν ἡμέρᾳ διπλῇ χερί: δευτερεύουσα χρονική πρόταση.
ἐστερήθημεν: ρήμα / ἡμεῖς (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / ἀδελφοῖν: αντικείμενο του ρήματος και υποκείμενο της μετοχής θανόντοιν / θανόντοιν: επιθετική μετοχή / δυοῖν: επιθετικός προσδιορισμός στο ἀδελφοῖν / δύο: παράθεση στο εννοούμενο ἡμεῖς / ἡμέρᾳ: δοτική του χρόνου / μιᾷ: επιθετικός προσδιορισμός στο ἡμέρᾳ / χερί: δοτική του οργάνου / διπλῇ: επιθετικός προσδιορισμός στο χερί.
- ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς ἐν νυκτὶ τῇ νῦν: δευτερεύουσα χρονική πρόταση.
ἐστιν: ρήμα / στρατὸς: υποκείμενο του ρήματος / φροῦδος: κατηγορούμενο στο στρατός / Ἀργείων: γενική κτητική στο στρατός / ἐν νυκτὶ: εμπρόθετος προσδιορισμός του χρόνου / νῦν: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου / άρθρο και νῦν (τῇ νῦν): επιθετικός προσδιορισμός στο νυκτί.
- οὐδὲν οἶδ᾽ ὑπέρτερον, οὔτ' εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ' ἀτωμένη: κύρια πρόταση.
οἶδα: ρήμα / ἐγὼ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος και των μετοχών εὐτυχοῦσα και ἀτωμένη / οὐδέν: αντικείμενο του ρήματος / ὑπέρτερον: επιθετικός προσδιορισμός στο οὐδὲν / εὐτυχοῦσα - ἀτωμένη: κατηγορηματικές μετοχές από το ρήμα οἶδα / μᾶλλον: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού.
- ᾔδη καλῶς: κύρια πρόταση.
ᾔδη: ρήμα / ἐγὼ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / καλῶς: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου.
- καί σ' ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽ ἐξέπεμπον: κύρια πρόταση.
ἐξέπεμπον: ρήμα / ἐγὼ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / σε: αντικείμενο του ρήματος / ἐκτὸς: επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου / πυλῶν: γενική της αφετηρίας ή της αναφοράς / αὐλείων: επιθετικός προσδιορισμός στο πυλῶν / τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽: εμπρόθετος προσδιορισμός του σκοπού.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΘετικός Συγκριτικός Υπερθετικός ἀλγεινός, -ή, -ὸν ἀλγεινότερος, -α, -ον ἀλγεινότατος, -η, -ον
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. ἱκνοῦμαι ἱκνεῖταιΠαρατ. ἱκνούμηνἱκνεῖτοΜέλλ. ἵξομαι ἵξεται Αόρ. ἱκόμην (αόρ. β΄)ἵκετο Παρακ. ἷγμαιἷκταιΥπερσ. ἵγμην ἷκτο
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική ἵκετο Υποτακτική ἵκηται Ευκτική ἵκοιτο Προστακτική ἱκέσθω
ὅτου (και οὗτινος): γενική ενικού, αρσενικού γένους της αναφορικής αντωνυμίας ὅστις, ἥτις, ὅ,τι.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ὅστις οἵτινες Γεν. οὗτινος και ὅτου ὧντινωνΔοτ. ᾧτινι και ὅτῳοἷστισιΑιτ. ὅντινα οὕστιναςΚλητ. - -
ΔΥΪΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ Ονομ. δύο Γεν. δυοῖν Δοτ. δυοῖν Αιτ. δύο Κλητ. -
ἀδελφοῖν (= ἀδελφῶν): γενική δυϊκού αριθμού, αρσενικού γένους του δευτερόκλιτου ουσιαστικού ὁ ἀδελφός.
ἐστερήθημεν: α΄ πληθυντικό πρόσωπο οριστικής παθητικού αορίστου α΄ του ρήματος στερέω,-ῶ, "στερώ, αφαιρώ".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. στεροῦμαι ή στέρομαι στερούμεθα ή στερόμεθα Παρατ. ἐστερούμην ή ἐστερόμην ἐστερούμεθα ή ἐστερόμεθα Μέλλ. στερήσομαι / στερηθήσομαι (παθητ.) στερησόμεθα / στερηθησόμεθα
Αόρ. ἐστερήθην (παθ. αόρ. α΄) / ἐστέρην (παθ. αόρ. β΄) ἐστερήθημεν / ἐστέρημεν Παρακ. ἐστέρημαι ἐστερήμεθα Υπερσ. ἐστερήμην ἐστερήμεθα
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική ἐστερήθημεν Υποτακτική στερηθῶμεν Ευκτική στερηθεῖμεν Προστακτική -
μιᾷ: δοτική ενικού αριθμού, θηλυκού γένους του απόλυτου αριθμητικού εἷς, μία, ἕν.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. μία
- Γεν. μιᾶς- Δοτ. μιᾷ - Αιτ. μίαν
- Κλητ. -
-
θανόντοιν (=θανόντων): γενική δυϊκού αριθμού, αρσενικού γένους μετοχής αορίστου β΄ του ρήματος θνῄσκω, "πεθαίνω".
ἡμέρᾳ: δοτική ενικού του πρωτόκλιτου ουσιαστικού ἡ ἡμέρα.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἡ ἡμέρα αἱ ἡμέραιΓεν. τῆς ἡμέρας τῶν ἡμερῶν Δοτ. τῇ ἡμέρᾳταῖς ἡμέραις Αιτ. τὴν ἡμέραν
τὰς ἡμέραςΚλητ. (ὦ) ἡμέρα (ὦ) ἡμέραι
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. διπλῆ διπλαῖ Γεν. διπλῆς διπλῶν Δοτ. διπλῇ διπλαῖς Αιτ. διπλῆν διπλᾶς Κλητ. διπλῆ διπλαῖ
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἡ χεὶραἱ χεῖρες και χέρες Γεν. τῆς χειρὸςτῶν χειρῶν και χερῶν Δοτ. τῇ χειρὶ και χερὶ ταῖς χερσὶ Αιτ. τὴν χεῖρα και χέρα τὰς χεῖρας και χέρας Κλητ. (ὦ) χεὶρ και χέρε (ὦ) χεῖρες και χέρες
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. φροῦδος φροῦδοι Γεν. φρούδου φρούδων Δοτ. φρουδῳ φρούδοις Αιτ. φροῦδον φρούδους Κλητ. φροῦδε φροῦδοι
ἐστιν: γ΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος εἰμί.
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. εἰμὶ ἐστὶ Παρατ. ἦ και ἦν ἦν Μέλ. ἔσομαι ἔσται Αόρ. ἐγενόμην (αόρ.β΄) ἐγένετο Παρακ. γέγονα γέγονε Υπερσ. ἐγεγόνειν ἐγεγόνει
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική ἐστὶ Υποτακτική ᾖ Ευκτική εἴη Προστακτική ἔστω
Ἀργείων: γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου
Ἀργεῖος, -α, -ον.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. Ἀργεῖος Ἀργεῖοι Γεν. Ἀργείου Ἀργείων Δοτ. Ἀργείῳ Ἀργείοις Αιτ. Ἀργεῖον Ἀργείους Κλητ. Ἀργεῖε Ἀργεῖοι
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ὁ στρατὸς οἱ στρατοὶ Γεν. τοῦ στρατοῦ τῶν στρατῶν Δοτ. τῷ στρατῷτοῖς στρατοῖς Αιτ. τὸν στρατὸν τοὺς στρατοὺςΚλητ. (ὦ) στρατὲ (ὦ) στρατοὶ
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἡ νὺξαἱ νύκτες Γεν. τῆς νυκτὸς τῶν νυκτῶν Δοτ. τῇ νυκτὶ ταῖς νυξὶ Αιτ. τὴν νύκτα τὰς νύκτας Κλητ. (ὦ) νὺξ (ὦ) νύκτες
νῦν: χρονικό επίρρημα, "τώρα".
οὐδέν: αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους της αόριστης, επιμεριστικής αντωυμίας οὐδείς, οὐδεμία, οὐδέν.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. οὐδὲν - Γεν. οὐδενὸς - Δοτ. οὐδενὶ - Αιτ. οὐδὲν - Κλητ. - -
οἶδα: α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα του ρήματος οἶδα, "γνωρίζω".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. οἶδα οἶδα Παρατ. ᾔδειν και ᾔδη ᾔδειν και ᾔδη Μέλ. εἰδήσω καιεἴσομαι (μέσος μέλ. ως ενεργητ.)εἰδήσω καιεἴσομαιΑόρ. ἔγνων (αόρ. β΄) ἔγνων Παρακ. ἔγνωκα ἔγνωκα Υπερσ. ἐγνώκεινἐγνώκειν
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική οἶδα Υποτακτική εἰδῶ Ευκτική εἰδείην Προστακτική -
ὑπέρτερον: αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους του συγκριτικού βαθμού ὑπέρτερος, -α, -ον. Ο θετικός βαθμός του επιθέτου λείπει (ελλειπτικά παραθετικά).
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ὑπέρτερον ὑπέρτερα Γεν. ὑπερτέρου ὑπερτέρων Δοτ. ὑπερτέρῳ ὑπερτέροις Αιτ. ὑπέρτερον ὑπέρτερα Κλητ. ὑπέρτερον ὑπέρτερα
Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός (ὑπὲρ)ὑπέρτερος, -α, -ον ὑπέρτατος, -η, -ον
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. εὐτυχῶ εὐτυχοῦσα Παρατ. ηὐτύχουν - Μέλ. εὐτυχήσω εὐτυχήσουσα Αόρ. ηὐτύχησα εὐτυχήσασα Παρακ. ηὐτύχηκα ηὐτυχηκυῖα Υπερσ. ηὐτυχήκειν -
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. εὐτυχοῦσα εὐτυχοῦσαι Γεν. εὐτυχούσης εὐτυχουσῶν Δοτ. εὐτυχούσῃ εὐτυχούσαις Αιτ. εὐτυχοῦσαν εὐτυχούσας Κλητ. εὐτυχοῦσα εὐτυχοῦσαι
μᾶλλον: συγκριτικός βαθμός του ποσοτικού επιρρήματος μάλα, "πολύ".
Παραθετικά:
Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός μάλα μᾶλλον μάλιστα
ἀτάομαι,-ῶμαι, "βρίσκομαι σε μεγάλη στενοχώρια".
ᾔδη: α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής παρατατικού του ρήματος οἶδα, "γνωρίζω".
καλῶς: θετικός βαθμός, τροπικό επίρρημα καλῶς.
Παραθετικά:
σε: αιτιατική ενικού της προσωπικής αντωνυμίας β΄ προσώπου σύ.
ἐκτός: τοπικό επίρρημα, ως πρόθεση με γενική (π.χ. πυλῶν), "έξω από".
πυλῶν: γενική πληθυντικού του πρωτόκλιτου ουσιαστικού ἡ πύλη.
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. οἶδα οἶδα Παρατ. ᾔδειν και ᾔδη ᾔδειν και ᾔδη Μέλ. εἰδήσω καιεἴσομαι (μέσος μέλ. ως ενεργητ.)εἰδήσω καιεἴσομαιΑόρ. ἔγνων (αόρ. β΄) ἔγνων Παρακ. ἔγνωκα ἔγνωκα Υπερσ. ἐγνώκεινἐγνώκειν
καλῶς: θετικός βαθμός, τροπικό επίρρημα καλῶς.
Παραθετικά:
Θετικός Συγκριτικός Υπερθετικός καλῶς κάλλιον κάλλιστα
σε: αιτιατική ενικού της προσωπικής αντωνυμίας β΄ προσώπου σύ.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. σὺ ὑμεῖς Γεν. σοῦ, σου ὑμῶν Δοτ. σοί, σοι ὑμῖν Αιτ. σέ, σε ὑμᾶς Κλητ. - -
ἐκτός: τοπικό επίρρημα, ως πρόθεση με γενική (π.χ. πυλῶν), "έξω από".
αὐλείων: γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου αὔλειος, -α, -ον.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. αὐλεία αὔλειαι Γεν. αὐλείας αὐλείων Δοτ. αὐλείᾳαὐλείαις Αιτ. αὐλείαν αὐλείας Κλητ. αὐλεία αὔλειαι
πυλῶν: γενική πληθυντικού του πρωτόκλιτου ουσιαστικού ἡ πύλη.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. ἡ πύλη αἱ πύλαι Γεν. τῆς πύλης τῶν πυλῶν Δοτ. τῇ πύλῃ ταῖς πύλαις Αιτ. τὴν πύλην τὰς πύλας Κλητ. (ὦ) πύλη (ὦ) πύλαι
τοῦδε: γενική ενικού, ουδέτερου γένους της δεικτικής αντωνυμίας ὅδε, ἥδε, τόδε, "αυτός, -ή, -ό εδώ".
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τόδε τάδε Γεν. τοῦδε τῶνδε Δοτ. τῷδε τοῖδε Αιτ. τόδε τάδε Κλητ. - -
οὕνεκ᾽ (= οὗ ἕνεκα): ως πρόθεση με γενική (π.χ. τοῦδε) ισοδυναμεί με το ἕνεκα, "λόγω, εξαιτίας".
ἐξέπεμπον: α΄ ενικό πρόσωπο οριστικής παρατατικού ενεργητικής φωνής του ρήματος ἐκπέμπω, "καλώ κάποιον έξω, βγάζω έξω με κάλεσμα".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. ἐκπέμπω ἐκπέμπω Παρατ. ἐξέπεμπον ἐξέπεμπον Μέλ. ἐκπέμψω ἐκπέμψω Αόρ. ἐξέπεμψα ἐξέπεμψα Παρακ. ἐκπέπομφα ἐκπέπομφα Υπερσ. ἐξεπεπόμφειν ἐξεπεπόμφειν
μόνη: ονομαστική ενικού, θηλυκού γένους του δευτερόκλιτου επιθέτου μόνος, -η, -ον.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. μόνη μόναι Γεν. μόνης μόνων Δοτ. μόνῃ μόναις Αιτ. μόνην μόνας Κλητ. μόνη μόναι
κλύοις: β΄ ενικό πρόσωπο ευκτικής ενεστώτα του ρήματος κλύω, "ακούω".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. κλύω κλύοις Παρατ. - - Μέλ. - - Αόρ. ἔκλυον (αόρ. β΄)κλύοις Παρακ. κέκλυκα κεκλυκυῖα εἴης Υπερσ. ἐκεκλύκειν -
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική κλύεις Υποτακτική κλύῃς Ευκτική κλύοις Προστακτική κλῦε
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τί τίνα Γεν. τίνος ή τοῦ τίνων Δοτ. τίνι ή τῷ τίσι Αιτ. τί τίνα Κλητ. - -
δηλοῖς: β΄ ενικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος δηλόω,-ῶ, "φανερώνω, δηλώνω".
ΑΡΧΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ ΧΡΟΝΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ Ενεστ. δηλῶ δηλοῖς Παρατ. ἐδήλουν ἐδήλους Μέλ. δηλώσω δηλώσεις Αόρ. ἐδήλωσα ἐδήλωσας Παρακ. δεδήλωκα δεδήλωκας Υπερσ. ἐδεδηλώκειν ἐδεδηλώκεις
ΕΓΚΛΙΤΙΚΗ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Οριστική δηλοῖς Υποτακτική δηλοῖς Ευκτική δηλοῖς και δηλοίης Προστακτική δήλου
τι: αιτιατική ενικού, ουδέτερου γένους της αόριστης αντωνυμίας τίς, τίς, τί.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὶτινὰ ή ἄτταΓεν. τινὸς ή τουτινῶν Δοτ. τινὶ ή τῳ τισὶ Αιτ. τὶ τινὰ ή ἄτταΚλητ. - -
καλχαίνουσα: ονομαστική ενικού, θηλυκού γένους μετοχής ενεστώτα ενεργητικής φωνής του ρήματος καλχαίνω, "συλλογίζομαι".
ἔπος: αιτιατική ενικού του τριτόκλιτου ουσιαστικού τὸ ἔπος.
ΕΝΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ Ονομ. τὸ ἔπος τὰ ἔπη Γεν. τοῦ ἔπους τῶν ἐπῶν Δοτ. τῷ ἔπει τοῖς ἔπεσι Αιτ. τὸ ἔπος τὰ ἔπη Κλητ. (ὦ) ἔπος (ὦ) ἔπη
ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ
- ἐμοὶ μὲν οὐδεὶς μῦθος, Ἀντιγόνη, φίλων οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς ἵκετ᾽: κύρια πρόταση.
ἵκετο: ρήμα / μῦθος: υποκείμενο του ρήματος / ἐμοί: δοτική προσωπική / φίλων: γενική αντικειμενική στο μῦθος / οὐδεὶς - ἡδὺς - ἀλγεινὸς: επιθετικοί προσδιορισμοί στο μῦθος / Ἀντιγόνη: κλητική προσφώνηση.
- ἐξ ὅτου δυοῖν ἀδελφοῖν ἐστερήθημεν δύο μιᾷ θανόντοιν ἡμέρᾳ διπλῇ χερί: δευτερεύουσα χρονική πρόταση.
ἐστερήθημεν: ρήμα / ἡμεῖς (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / ἀδελφοῖν: αντικείμενο του ρήματος και υποκείμενο της μετοχής θανόντοιν / θανόντοιν: επιθετική μετοχή / δυοῖν: επιθετικός προσδιορισμός στο ἀδελφοῖν / δύο: παράθεση στο εννοούμενο ἡμεῖς / ἡμέρᾳ: δοτική του χρόνου / μιᾷ: επιθετικός προσδιορισμός στο ἡμέρᾳ / χερί: δοτική του οργάνου / διπλῇ: επιθετικός προσδιορισμός στο χερί.
- ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν Ἀργείων στρατὸς ἐν νυκτὶ τῇ νῦν: δευτερεύουσα χρονική πρόταση.
ἐστιν: ρήμα / στρατὸς: υποκείμενο του ρήματος / φροῦδος: κατηγορούμενο στο στρατός / Ἀργείων: γενική κτητική στο στρατός / ἐν νυκτὶ: εμπρόθετος προσδιορισμός του χρόνου / νῦν: επιρρηματικός προσδιορισμός του χρόνου / άρθρο και νῦν (τῇ νῦν): επιθετικός προσδιορισμός στο νυκτί.
- οὐδὲν οἶδ᾽ ὑπέρτερον, οὔτ' εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ' ἀτωμένη: κύρια πρόταση.
οἶδα: ρήμα / ἐγὼ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος και των μετοχών εὐτυχοῦσα και ἀτωμένη / οὐδέν: αντικείμενο του ρήματος / ὑπέρτερον: επιθετικός προσδιορισμός στο οὐδὲν / εὐτυχοῦσα - ἀτωμένη: κατηγορηματικές μετοχές από το ρήμα οἶδα / μᾶλλον: επιρρηματικός προσδιορισμός του ποσού.
- ᾔδη καλῶς: κύρια πρόταση.
ᾔδη: ρήμα / ἐγὼ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / καλῶς: επιρρηματικός προσδιορισμός του τρόπου.
- καί σ' ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽ ἐξέπεμπον: κύρια πρόταση.
ἐξέπεμπον: ρήμα / ἐγὼ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / σε: αντικείμενο του ρήματος / ἐκτὸς: επιρρηματικός προσδιορισμός του τόπου / πυλῶν: γενική της αφετηρίας ή της αναφοράς / αὐλείων: επιθετικός προσδιορισμός στο πυλῶν / τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽: εμπρόθετος προσδιορισμός του σκοπού.
- ὡς μόνη κλύοις: δευτερεύουσα τελική πρόταση.
κλύοις: ρήμα / σὺ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / μόνη: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο εννοούμενο σύ.
- τί δ᾽ ἔστι: κύρια πρόταση, ευθεία ερωτηματική μερικής αγνοίας.
ἔστι: ρήμα / τί: υποκείμενο του ρήματος.
- δηλοῖς γάρ τι καλχαίνουσ' ἔπος: κύρια πρόταση.
δηλοῖς: ρήμα / σὺ (ενν.): υποκείμενο του ρήματος / καλχαίνουσα: κατηγορηματική μετοχή από το ρήμα δηλοῖς / ἔπος: αντικείμενο της μετοχής
καλχαίνουσα / τι: επιθετικός προσδιορισμός στο ἔπος.
καλχαίνουσα / τι: επιθετικός προσδιορισμός στο ἔπος.
-
ΙΣ. ἐμοὶ μὲν, Ἀντιγόνη, Σε εμένα βέβαια, Αντιγόνη, οὐδεὶς μῦθος φίλων ἵκετοκαμιά είδηση για τους αγαπημένους μου δεν έφτασε οὔθ᾽ ἡδὺς οὔτ᾽ ἀλγεινὸς, ούτε ευχάριστη ούτε δυσάρεστη, ἐξ ὅτου από την ώρα που ἐστερήθημεν δύο δυο εμείς στερηθήκαμε δυοῖν ἀδελφοῖν τα δυο μας αδέλφια μιᾷ θανόντων ἡμέρᾳ που πέθαναν σε μία ημέρα διπλῇ χερί· με αμοιβαίο φόνο· ἐπεὶ δὲ φροῦδός ἐστιν από τότε που τράπηκε σε φυγή Ἀργείων στρατὸς ο στρατός των Αργείων ἐν νυκτὶ τῇ νῦν, τη νύκτα αυτή, οὐδὲν οἶδ᾽ ὑπέρτερον, δεν γνωρίζω τίποτα περισσότερο, οὔτ' εὐτυχοῦσα μᾶλλον οὔτ' ἀτωμένη.ούτε ότι είμαι πιο ευτυχισμένη ούτε πιο δυστυχισμένη. ΑΝ. ᾔδη καλῶςΉμουνα σίγουρη καί σ' ἐκτὸς αὐλείων πυλῶν ἐξέπεμπονκαι σε κάλεσα έξω από τις εξώπορτες του ανακτόρου τοῦδ᾽ οὕνεκ᾽, γι' αυτό, ὡς μόνη κλύοις. για να το ακούσεις μόνη. ΙΣ. Τί δ᾽ ἔστι; Τι συμβαίνει; δηλοῖς γάρ Δείχνεις, βέβαια, τι καλχαίνουσ' ἔπος. ότι κάποια είδηση σε βασανίζει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου